Καθώς βρίσκομαι στο τέλος του βιβλίου μου για τη χηρεία και όλα όσα τη συνοδεύουν, διαβάζω ότι οι χήρες πληρώθηκαν περισσότερο λόγω λάθους του λογισμικού και, επομένως, καλούνται να επιστρέψουν τμηματικά το ποσό που τους αναλογεί στις επόμενες μηνιαίες πληρωμές.
Διάβασα το κείμενο προσεκτικά για να βεβαιωθώ ότι το καταλαβαίνω σωστά, γιατί είναι φοβερά περίεργο, όπως φοβερά περίεργη είναι και η όλη στάση του κράτους απέναντι σε αυτές τις γυναίκες.
Καθώς γράφω το βιβλίο μου, αναρωτιέμαι πώς τα κατάφερα και έμεινα όρθια μέχρι τώρα και πώς οι γυναίκες που έμειναν μόνες με τα παιδιά τους συνεχίζουν και τα καταφέρνουν μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα που λέγεται ελληνικός κρατικός μηχανισμός.
Το να είσαι χήρα δεν είναι κάτι καινούριο· το έχουμε δει από καταβολής κόσμου. Ωστόσο, είναι κάτι καινούριο για τη σημερινή οικονομική και κοινωνική κατάσταση.
Η γιαγιά μου δεν ήταν όπως είμαι εγώ σήμερα, ούτε είχε μπροστά της τα σημερινά βουνά που έχει μια χήρα. Πέρα, λοιπόν, από την ψυχολογική πλευρά του θέματος —πολύ σημαντική— υπάρχει και η οικονομική και η κοινωνική. Πώς θα τα βγάλει πέρα μια χήρα όταν έχει να αντιμετωπίσει τέτοιες θλιβερές καταστάσεις;
Και ρωτώ: τι λογισμικό λάθος είναι αυτό, σε μια εποχή που η Τεχνητή Νοημοσύνη και η σύγχρονη τεχνολογία παίζουν σημαντικό ρόλο στα μηχανογραφικά συστήματα;
Και γιατί να το πληρώσουν οι χήρες, όταν δεν είναι δικό τους λάθος; Να το αναλάβει το ίδιο το κράτος, όπως έχουμε δει σε πολλαπλά «τεχνικά» προβλήματα με τεράστια ποσά που δεν χρειάστηκε να επιστραφούν ποτέ — τουλάχιστον από ό,τι γνωρίζουμε.
Η χηρεία στην Ελλάδα είναι, επιεικώς, ένα κακό όνειρο που δεν θέλει κανείς να ζήσει. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερή που ανήκω αλλού και το έχω πει δημόσια πολλές φορές.
Δεν υπάρχουν σωστές δουλειές για να εργαστούν οι γυναίκες, δεν υπάρχουν υποδομές να στηριχθούν, έχουν χάσει σημαντικά ποσά με άδικες αποφάσεις της εκάστοτε κυβέρνησης και δεν με ενδιαφέρει ποια είναι αυτή, δεν έχει καμία σημασία.
Προσωπικά βλέπω το αποτέλεσμα και δεν με ικανοποιεί καθόλου. Πέρα από το ότι δεν υπάρχουν δουλειές, χρειάζεται και «μέσον» ακόμη και για την πιο απλή και ταπεινή θέση.
Τι θα κάνει η γυναίκα που δεν έχει μέσον; Πού θα πάει και τι θα πει; Πώς θα πληρώσει τα μαθήματα των παιδιών της στο φροντιστήριο και πώς θα αγοράσει γυαλιά για το παιδί της που τα χρειάζεται;
Δεν μπορώ να το φανταστώ καν, πόσο μάλλον να το αντιμετωπίσω. Μιλάω με πολλές γυναίκες, λόγω του ενδιαφέροντός μου, και ακούω ιστορίες που είναι για κινηματογράφο και όχι για πραγματικότητα.
Τέλος, ρωτώ: τι γνώμη έχουν οι τοπικοί ηγέτες μας για όλα αυτά;
Τι θα κάνουν και πώς θα δουν το θέμα; Γιατί, είτε το θέλουν είτε όχι, τους αφορά άμεσα, όπως αφορά και όλους εμάς. Όλοι γνωρίζουμε τι ακριβώς συμβαίνει και όλοι έχουμε υποχρέωση να παίξουμε σωστά τον ρόλο μας, όποιος κι αν είναι αυτός.
Τι θα κάνουμε εμείς προσωπικά; Και η Εκκλησία θα παραμείνει στην κλασική σακούλα με τρόφιμα; Είναι αρκετό αυτό;
Ένα πράγμα είναι σίγουρο: το πρόβλημα είναι πραγματικό και δεν θα φύγει από μόνο του, αν δεν πάρουμε θέση και δεν κάνουμε τη δική μας προσπάθεια να το λύσουμε.
Στο μεταξύ, καλούμαστε να δείξουμε ευαισθησία και κατανόηση στις χήρες και στα παιδιά τους, όπως καλύτερα μπορεί ο καθένας μας.
Πρόκειται για την πόλη μας και, κατά συνέπεια, για το ίδιο μας το σπίτι.
Πηγή: ο Ντελάλης (ιστοσελίδα)
Νένα Μεϊμάρη
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου