Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η χήρα του νεομάρτυρος

Η χήρα του νεομάρτυρος

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1905

Τη μετατροπή του κειμένου στην καθομιλουμένη δημοτική έκανε ο Ιωάννης Δ. Γιαννούκος


Είχε αρχίσει να νυχτώνει, όταν ο Γιάννης ο Μουτζούρης γύρναγε από τα χωράφια του. Ξαφνικά στο δρόμο της επιστροφής, περνώντας από το νεκροταφείο του χωριού, διέκρινε μέσα στο σκοτάδι τη σκιά ενός ανθρώπου, σκυμμένου πάνω από ένα μνήμα.

Γεμάτος περιέργεια, πέρασε την πόρτα του νεκροταφείου, όπου είδε έναν άνδρα που έμοιαζε με καλόγερο, να προσεύχεται πάνω από το μνήμα της κυρά Χρυσής, που μόλις εκείνη τη μέρα είχε θαφτεί εκεί.

Ο Γιάννης ο Μουτζούρης του φώναξε από μακριά τι κάνει εκεί, αλλά τα λόγια του δε βρήκαν ανταπόκριση, μόνο που ο ξένος σταμάτησε να προσεύχεται. Αφού πλησίασε πιο κοντά, τον ρώτησε αν γνώριζε τη γυναίκα και αυτός απάντησε πως ναι...

Ο Γιάννης κατάλαβε ότι ο ξένος δεν ήθελε να μιλήσει, έτσι τον προσκάλεσε αν ήθελε να του μιλήσει, να πήγαινε να τον βρει σε ένα καπηλειό λίγα μέτρα μακριά.

Μετά από ένα τέταρτο, ο ξένος εμφανίστηκε στο καπηλειό και πήγε και κάθισε δίπλα στο Γιάννη.

Ο Γιάννης άρχισε πρώτος και τον ρώτησε αν γνώριζε την κυρά-Χρυσή, αλλά εκείνος απάντησε πως γνώριζε λίγο τον άνδρα της.

«Ποιόν απ’ όλους…;» ρώτησε ο μπάρμπα-Γιάννης, μιας και η γριά Χρυσή είχε παντρευτεί τρεις φορές.

Ο ξένος με βαθύ αναστεναγμό, είπε πως γνώριζε τον πρώτο της άνδρα.

«Ο Θεός να ελεήσει την ψυχή μου! Είμαι πολύ αμαρτωλός άνθρωπος» ήταν τα τελευταία του λόγια.

Ο μπάρμπα-Γιάννης απόρησε τι συμβαίνει.

Ο ξένος συνέχεια επαναλάμβανε τη φράση, «είμαι αμαρτωλός».

Μετά από πολλές ερωτήσεις του Γιάννη, ο ξένος θεώρησε ότι θα ήταν καλύτερο να του πει ο ίδιος ο Γιάννης τι γνώριζε, γιατί αυτός δεν είχε καμία περιέργεια αφού αυτά που θα του έλεγε τα ήξερε. Έτσι ο Γιάννης άρχισε να αφηγείται την ιστορία του πρώτου άνδρα της κυρά-Χρυσής.

Ο πρώτος σύζυγός της, ήταν ένας ναυτικός που τον έλεγαν Κωνσταντή, με τον οποίο είχε αποκτήσει μια κόρη.

Ο Κωνσταντής πήγε στην Πόλη, απ’ όπου εμπορευόταν κρασί και έλαια. Εκείνες τις μέρες, ανάμεσα στους Χριστιανούς πωλητές και τους Οθωμανούς αγοραστές, αναπτύχθηκε έντονη διαφωνία, που οδήγησε στο θάνατο ενός Τούρκου.

Όταν οι Τούρκοι συνέλαβαν τον Κωνσταντή, ως ύποπτο για φόνο, αφού τον ανέκριναν βίαια, αυτός συνέχιζε να ισχυρίζεται την αθωότητά του. Ο δικαστής είχε αρχικά σκοπό να τον θανατώσει, αλλά μετά έκανε ανακρίσεις.

Τότε οι Τούρκοι, συνέλαβαν τον Κωνσταντή, ως ύποπτο για το φόνο.Αφού τον ανέκριναν βίαια, αυτός συνέχιζε να ισχυρίζεται την αθωότητά του. Ο δικαστής είχε αφήσει ελεύθερους τους συντρόφους του, αλλά μετά έκρινε αναγκαίο να τους ξανασυλλάβει για ανάκριση. Και αυτοί όμως ισχυρίζονταν τα ίδια με τον Κωνσταντή, έτσι τους άφησε ελεύθερους.

Ο δικαστής ανέκρινε ξανά τον Κωνσταντή, ο οποίος ορκίστηκε στην πίστη του ότι δεν σκότωσε αυτός τον Τούρκο.

Αυτός αμέσως απάντησε πως η πίστη του είναι ψεύτικη.

Ο Κωνσταντής επέμεινε ότι η πίστη του ήταν αληθινή.

Οι Τούρκοι τον πίεζαν να ομολογήσει, λέγοντάς του ότι αφού είναι αθώος, ας γίνει μουσουλμάνος για να τον πιστέψουν.

Εκείνος όμως κατηγορηματικά αρνήθηκε και όταν ακόμα απειλήθηκε να κρεμαστεί. Αφού ο δικαστής τον ρώτησε αν αλλάζει την πίστη του για τελευταία φορά και εκείνος αρνήθηκε ξανά, ο δικαστής αποφάσισε να τον κρεμάσει.

Αφού έφτασαν στην αγχόνη και παρά τις πιέσεις των Τούρκων, ο Κωνσταντής τελικά κρεμάστηκε, με τις τελευταίες του λέξεις να είναι «Μνησθήτι μου, Κύριε ».

Οι παλιοί του σύντροφοι, μετά από τρία χρόνια πήραν από την Πόλη τα κόκαλα του Κωνσταντή, που μύριζαν ρόδα και βασιλικό και τα τοποθέτησαν στο ιερό βήμα του παρεκκλησιού.

Η κυρά-Χρυσή, μαθαίνοντας τα άσχημα νέα, θρήνησε το άντρα της και μετά από δύο χρόνια ξαναπαντρεύτηκε.

Λίγες μέρες μετά από το γάμο της, είδε στον ύπνο της τον Κωνσταντή με μια θηλιά στο λαιμό, να τη ρωτάει, «Χρυσή, με ξέχασες…».

Η κυρά-Χρυσή ξύπνησε με πυρετό και με πόνο στο ένα της αυτί.

Με πόνους γέννησε το δεύτερο παιδί της και τότε πέθανε το πρώτο της παιδί και μετά από λίγο καιρό πέθανε και ο σύζυγός της και η Χρυσή έμεινε κουφή από το ένα της αυτί.

Η Χρυσή θρήνησε το δεύτερο σύζυγό της και μετά από λίγο καιρό πέθανε και το δεύτερο παιδί της.

Μετά από τρία χρόνια, η Χρυσή παντρεύεται τον τρίτο της άντρα και μετά από λίγες μέρες ξαναβλέπει στον ύπνο της τον Κωνσταντή να της λέει «Χρυσή όλο με ξεχνάς». Η Χρυσή ξύπνησε πάλι με πυρετό και πόνο στο άλλο της αυτί. Έτσι λίγο αργότερα πεθαίνει και ο τρίτος της σύζυγος και η Χρυσή μένει κουφή.

Αυτή ήταν η γριά-Χρυσή όπως τη ονόμαζαν.

«Έτσι έγινε..». Είπε ο ξένος στον μπάρμπα-Γιάννη.

«Δηλαδή όλα αυτά τα ήξερες..» είπε ο Γιάννης.

«Ναι και κάτι παραπάνω». Ήταν η απάντηση του ξένου.

Ο μπάρμπα-Γιάννης απόρησε, τι παραπάνω να γνώριζε.

«Ότι λείπει απ’ όλη την ιστορία» είπε ο ξένος.

Ο Γιάννης δεν κατάλαβε και ο ξένος του εξήγησε, ότι αυτό που λείπει, είναι ποιος ήταν αυτός που σκότωσε τον Τούρκο… και ο ξένος έφυγε.

Ο Γιάννης κατάλαβε και καθώς ο ξένος έφευγε άκουσε τη φράση.

«Ο Θεός να ελεήσει την ψυχή μου».

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης





ΠΗΓΗ:https://laografiastenis.blogspot.com/2021/09/blog-post_8.html

Nena Meimaris

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Natalie Cole - Unforgettable [μουσική]

 Natalie Cole - Unforgettable

Εθελοντισμός

Μετάφραση από το Αγγλικό κείμενο Νένα Μεϊμάρη   Δεν είναι για τα χρήματα, ούτε για τη φήμη Δεν είναι για κανένα προσωπικό κέρδος Είναι απλά για την αγάπη προς τον συνάνθρωπο Απλά να δώσεις ένα χέρι βοηθείας Είναι για να δώσεις λίγο από τον εαυτό σου Κάτι που δεν αγοράζεται με πλούτο Δεν είναι για μετάλλια που τα κουβαλάς υπερήφανα Έχει να κάνει με το βαθύ συναίσθημα μέσα σου Η ανταμοιβή βρίσκεται στο βάθος της καρδιάς σου Είναι αυτό το αίσθημα ότι είσαι μέρος της βοήθειας Κάπου κοντά ή μακριά Αυτό είναι που σε κάνει εθελοντή Ευχαριστώ από καρδιάς για όλη τη βοήθειά σου!!!!   Τα δικά μου σχόλια Ασχολούμαι με τον εθελοντισμό από 20 χρονών. Είναι πλέον μέρος του εαυτού μου. Έχω ασχοληθεί με πολλά σε διάφορους οργανισμούς. Έχω γνωρίσει πολλά άτομα μέσα από την εθελοντική μου δουλειά και νιώθω ένα ξεχωριστό πλούτο. Νιώθω περισσότερο ευγνώμων για αυτά που έχω και τα εκτιμώ περισσότερο γιατί έχω προσέξει ότι δεν τα έχουν όλοι. Νομίζω ότι έγινα καλύτερος άνθρωπος μέσα από τον εθελοντι...
Το πένθος εκτός από νερό, είναι και βουνό. Έχει μέρες-βουνά, μέρες-ογκόλιθους, μέρες που στο ημερολόγιο είναι σημειωμένες με μαρκαδόρους, καρδούλες, αστεράκια και αυτοκόλλητα. Μέρες που όταν ζυγώνουν, τις τρέμεις γιατί ξέρεις ότι θα είναι εντελώς διαφορετικές, γιατί ξέρεις ότι θα τις ζήσεις εντελώς διαφορετικά. Δε θα υπάρχει πια η δυνατότητα για αυτό που ήξερες. Δε θα κάνεις όλα αυτά που έκανες. Και αυτό γνωρίζεις ότι θα σε οδηγήσει ξανά (και ξανά) στη συνάντηση με την απώλεια, πιο βαθιά. Ότι θα σε χαράξει εκ νέου. Ότι θα γίνει ακόμα περισσότερο μέρος μιας πραγματικότητας που ποτέ δεν ήθελες. Αναπόφευκτο?  Ναι. Απαραίτητο? Ναι. Οδυνηρό? Πολύ. Μέρος της φυσιολογικής διαδικασίας? Κι αυτό ναι. Το ότι είναι μέρος της, μειώνει τον πόνο?  Όχι. Το νου σου, σε τέτοιες μέρες που το πένθος ψηλώνει σαν το Έβερεστ, που βρίσκεσαι στα ριζά του και το βλέπεις να υψώνεται μπροστά σου τεράστιο, σκληρό και απειλητικό, χωρίς οξυγόνο. Να τις προχωράς σιγά σιγά. Με ό,τι βοήθεια και στήριξη μπορείς...