Η απλότητα είναι εργαλείο επιλογής, που αντί να συσσωρεύει διαλέγει κι αντί να εντυπωσιάζει, εστιάζει. Γιατί το απλό ούτε κουράζει, ούτε αποσπά- απλά φωτίζει. Υπήρχε κάποτε ένας άνθρωπος που μάζευε πράγματα. Στην αρχή, λίγα και χρήσιμα: εργαλεία, σκεύη, ρούχα για τις εποχές. Όμως με τα χρόνια, άρχισε να κρατά και όσα του θύμιζαν κάτι: μια παλιά απόδειξη, ένα σπασμένο ρολόι, μια καρτ ποστάλ από μια πόλη που δεν επισκέφθηκε ποτέ. Έπειτα ήρθαν τα αντικείμενα που «ίσως χρειαζόταν» — και μετά εκείνα που «δεν έπρεπε να πετάξει». Και μετά εκείνα που του χάρισαν άλλοι, χωρίς να τα ζητήσει. Στο τέλος, το σπίτι του γέμισε. Στο πάτωμα, στις καρέκλες, πάνω από την πόρτα. Υπήρχαν πράγματα στα συρτάρια, πράγματα σε σακούλες, πράγματα κάτω από άλλα πράγματα. Μια μέρα, θέλησε να ανοίξει ένα παράθυρο. Αλλά κάτι το εμπόδιζε. Έπειτα θέλησε να καθίσει, αλλά η καρέκλα είχε αντικείμενα. Έψαξε να κοιμηθεί — και το κρεβάτι είχε γεμίσει χαρτιά. Κουρασμένος, στάθηκε όρθιος στη μέση του σπιτιού ...